草生える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαδικτυακή αργκό χιουμοριστικό γελάω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 草生える
- Παρόν (ευγενικό)
- 草生えます
- Άρνηση (απλή)
- 草生えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 草生えません
- Παρελθόν (απλό)
- 草生えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 草生えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 草生えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 草生えませんでした
- Τε-μορφή
- 草生えて
- Δυνητική
- 草生えられる
- Προστακτική
- 草生えろ
- Βουλητική
- 草生えよう
- Υποθετική (ば)
- 草生えれば
- Υποθετική (たら)
- 草生えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 草生えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 草生えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 草生えなさい
- Παθητική
- 草生えられる
- Αιτιατική
- 草生えさせる