草臥くたびれる

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κουράζομαι, εξαντλούμαι, καταβάλλομαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα φθείρομαι, παλιώνω, πολυκαιρίζομαι (από τη μακροχρόνια χρήση)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα βαριέμαι, αγανακτώ (με το να κάνω κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
草臥れる
Παρόν (ευγενικό)
草臥れます
Άρνηση (απλή)
草臥れない
Άρνηση (ευγενική)
草臥れません
Παρελθόν (απλό)
草臥れた
Παρελθόν (ευγενικό)
草臥れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
草臥れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
草臥れませんでした
Τε-μορφή
草臥れて
Δυνητική
草臥れられる
Προστακτική
草臥れろ
Βουλητική
草臥れよう
Υποθετική (ば)
草臥れれば