さばき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακίνηση φορτίου, διαλογή εμπορευμάτων, διευθέτηση αγαθών
  2. 02 πώληση

Κλίση

Παρόν (απλό)
荷さばきする
Παρόν (ευγενικό)
荷さばきします
Άρνηση (απλή)
荷さばきしない
Άρνηση (ευγενική)
荷さばきしません
Παρελθόν (απλό)
荷さばきした
Παρελθόν (ευγενικό)
荷さばきしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荷さばきしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荷さばきしませんでした
Τε-μορφή
荷さばきして
Δυνητική
荷さばきできる
Προστακτική
荷さばきしろ
Βουλητική
荷さばきしよう
Υποθετική (ば)
荷さばきすれば