菓か子し

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζαχαρωτά, γλυκά, καραμέλες, κέικ

Παραδείγματα

  • 私わたしは菓子かしが好すきです。

    Μου αρέσουν τα γλυκά.

  • 友達ともだちと一緒いっしょに菓子かしを食たべました。

    Έφαγα γλυκά μαζί με τους φίλους μου.

  • 疲つかれた時ときに、甘あまい菓子かしを少すこし食たべると元気げんきになります。

    Όταν είμαι κουρασμένος/η, τρώγοντας ένα μικρό γλυκάκι παίρνω δύναμη.