える

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκβλαστάνω, φυτρώνω
  2. 02 καθομιλουμένη νιώθω έντονη συμπάθεια (ειδικά για φανταστικό χαρακτήρα, είδωλο κ.λπ.), ενθουσιάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
萌える
Παρόν (ευγενικό)
萌えます
Άρνηση (απλή)
萌えない
Άρνηση (ευγενική)
萌えません
Παρελθόν (απλό)
萌えた
Παρελθόν (ευγενικό)
萌えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
萌えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
萌えませんでした
Τε-μορφή
萌えて
Δυνητική
萌えられる
Προστακτική
萌えろ
Βουλητική
萌えよう
Υποθετική (ば)
萌えれば