萌え立つ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βγάζω φύλλα, φυτρώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 萌え立つ
- Παρόν (ευγενικό)
- 萌え立ちます
- Άρνηση (απλή)
- 萌え立たない
- Άρνηση (ευγενική)
- 萌え立ちません
- Παρελθόν (απλό)
- 萌え立った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 萌え立ちました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 萌え立たなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 萌え立ちませんでした
- Τε-μορφή
- 萌え立って
- Δυνητική
- 萌え立てる
- Προστακτική
- 萌え立て
- Βουλητική
- 萌え立とう
- Υποθετική (ば)
- 萌え立てば
- Υποθετική (たら)
- 萌え立ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 萌え立ちたい
- Απαγορευτική (~な)
- 萌え立つな
- Προστακτική (ευγενική)
- 萌え立ちなさい
- Παθητική
- 萌え立たれる
- Αιτιατική
- 萌え立たせる