萎える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χάνω τη δύναμή μου, εξασθενώ, εξαντλούμαι (αναφορικά με την ενέργεια, τη θέληση κ.λπ.)
- 02 μαραίνομαι, γέρνω, φυλλορροώ
- 03 καθομιλουμένη νιώθω αποθαρρυμένος, χάνω το ενδιαφέρον μου, απογοητεύομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 萎える
- Παρόν (ευγενικό)
- 萎えます
- Άρνηση (απλή)
- 萎えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 萎えません
- Παρελθόν (απλό)
- 萎えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 萎えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 萎えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 萎えませんでした
- Τε-μορφή
- 萎えて
- Δυνητική
- 萎えられる
- Προστακτική
- 萎えろ
- Βουλητική
- 萎えよう
- Υποθετική (ば)
- 萎えれば
- Υποθετική (たら)
- 萎えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 萎えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 萎えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 萎えなさい
- Παθητική
- 萎えられる
- Αιτιατική
- 萎えさせる