萎む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μαραίνομαι (για λουλούδια, όνειρα, κ.λπ.), ξεραίνομαι, γέρνω, ζαρώνω, σβήνω, κρεμάω, ξεφουσκώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 萎む
- Παρόν (ευγενικό)
- 萎みます
- Άρνηση (απλή)
- 萎まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 萎みません
- Παρελθόν (απλό)
- 萎んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 萎みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 萎まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 萎みませんでした
- Τε-μορφή
- 萎んで
- Δυνητική
- 萎める
- Προστακτική
- 萎め
- Βουλητική
- 萎もう
- Υποθετική (ば)
- 萎めば
- Υποθετική (たら)
- 萎んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 萎みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 萎むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 萎みなさい
- Παθητική
- 萎まれる
- Αιτιατική
- 萎ませる