しおれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μαραίνομαι, φυλλορροώ, κάμπτομαι, ξεθωριάζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αποκαρδιώνομαι, απογοητεύομαι, πέφτει το ηθικό μου, κατσουφιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
萎れる
Παρόν (ευγενικό)
萎れます
Άρνηση (απλή)
萎れない
Άρνηση (ευγενική)
萎れません
Παρελθόν (απλό)
萎れた
Παρελθόν (ευγενικό)
萎れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
萎れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
萎れませんでした
Τε-μορφή
萎れて
Δυνητική
萎れられる
Προστακτική
萎れろ
Βουλητική
萎れよう
Υποθετική (ば)
萎れれば