ちこぼれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μένω πίσω, εγκαταλείπω (τις σπουδές)
  2. 02 πέφτω, πέφτω κάτω, χύνομαι, σκορπίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
落ちこぼれる
Παρόν (ευγενικό)
落ちこぼれます
Άρνηση (απλή)
落ちこぼれない
Άρνηση (ευγενική)
落ちこぼれません
Παρελθόν (απλό)
落ちこぼれた
Παρελθόν (ευγενικό)
落ちこぼれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
落ちこぼれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
落ちこぼれませんでした
Τε-μορφή
落ちこぼれて
Δυνητική
落ちこぼれられる
Προστακτική
落ちこぼれろ
Βουλητική
落ちこぼれよう
Υποθετική (ば)
落ちこぼれれば