落ちゆく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαφεύγω, τρέπομαι σε φυγή
- 02 καταστρέφομαι, παρακμάζω
- 03 εγκαθίσταμαι, τακτοποιούμαι (π.χ. σε μια τοποθεσία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 落ちゆく
- Παρόν (ευγενικό)
- 落ちゆきます
- Άρνηση (απλή)
- 落ちゆかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 落ちゆきません
- Παρελθόν (απλό)
- 落ちゆいた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 落ちゆきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 落ちゆかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 落ちゆきませんでした
- Τε-μορφή
- 落ちゆいて
- Δυνητική
- 落ちゆける
- Προστακτική
- 落ちゆけ
- Βουλητική
- 落ちゆこう
- Υποθετική (ば)
- 落ちゆけば
- Υποθετική (たら)
- 落ちゆいたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 落ちゆきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 落ちゆくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 落ちゆきなさい
- Παθητική
- 落ちゆかれる
- Αιτιατική
- 落ちゆかせる