落ち合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συναντώ (κατόπιν συνεννόησης), συναντιέμαι, σμίγω
- 02 συμβάλλω (για δρόμους, ποτάμια κ.λπ.), ενώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 落ち合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 落ち合います
- Άρνηση (απλή)
- 落ち合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 落ち合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 落ち合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 落ち合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 落ち合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 落ち合いませんでした
- Τε-μορφή
- 落ち合って
- Δυνητική
- 落ち合える
- Προστακτική
- 落ち合え
- Βουλητική
- 落ち合おう
- Υποθετική (ば)
- 落ち合えば
- Υποθετική (たら)
- 落ち合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 落ち合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 落ち合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 落ち合いなさい
- Παθητική
- 落ち合われる
- Αιτιατική
- 落ち合わせる