ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ησυχάζω, ηρεμώ, αυτοσυγκρατούμαι, τακτοποιούμαι

Παραδείγματα

  • 子供こどもちつける。

    Να ηρεμήσω το παιδί.

  • つかれたから、すこちつける場所ばしょしい。

    Είμαι κουρασμένος, οπότε θέλω ένα μέρος να ηρεμήσω λιγάκι.

  • 大事だいじなプレゼンのまえ緊張きんちょうするが、深呼吸しんこきゅうしてなんとか自分じぶんちつけるようにしている。

    Πριν από μια σημαντική παρουσίαση αγχώνομαι, αλλά προσπαθώ να ηρεμήσω τον εαυτό μου παίρνοντας βαθιές ανάσες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
落ち着ける
Παρόν (ευγενικό)
落ち着けます
Άρνηση (απλή)
落ち着けない
Άρνηση (ευγενική)
落ち着けません
Παρελθόν (απλό)
落ち着けた
Παρελθόν (ευγενικό)
落ち着けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
落ち着けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
落ち着けませんでした
Τε-μορφή
落ち着けて
Δυνητική
落ち着けられる
Προστακτική
落ち着けろ
Βουλητική
落ち着けよう
Υποθετική (ば)
落ち着ければ