落っこる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πέφτω, καταπίπτω
- 02 αποτυγχάνω (σε εξετάσεις), χάνω (σε διαγωνισμό, εκλογές κ.λπ.), αποτυγχάνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 落っこる
- Παρόν (ευγενικό)
- 落っこります
- Άρνηση (απλή)
- 落っこらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 落っこりません
- Παρελθόν (απλό)
- 落っこった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 落っこりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 落っこらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 落っこりませんでした
- Τε-μορφή
- 落っこって
- Δυνητική
- 落っこれる
- Προστακτική
- 落っこれ
- Βουλητική
- 落っころう
- Υποθετική (ば)
- 落っこれば
- Υποθετική (たら)
- 落っこったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 落っこりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 落っこるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 落っこりなさい
- Παθητική
- 落っこられる
- Αιτιατική
- 落っこらせる