落とし
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ρίξιμο, απώλεια
- 02 χαμένο αντικείμενο, κάτι που κάποιος ξέχασε να γράψει
- 03 καθάρισμα, απομάκρυνση, απαλλαγή
- 04 παγίδα
- 05 ξύλινη προεξοχή από ιαπωνικό πλαίσιο πόρτας που εφαρμόζει σε τρύπα στο κατώφλι, λειτουργώντας ως κλειδαριά όταν κλείνει
- 06 κατάληξη, συμπέρασμα (λόγου κ.λπ.)
- 07 μεταλλικό μπολ που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί το κάρβουνο σε ξύλινο χιμπάτσι