Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
落とし主
おとしぬし
落
落
お
とし
主
ぬし
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ιδιοκτήτης απολεσθέντος αντικειμένου, άτομο που έχασε κάποιο αντικείμενο, άτομο που του έπεσε κάτι