落とし込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταγράφω σε σημειώσεις (πρακτικά συνεδριάσεων κ.λπ.)
- 02 εφαρμόζω (έννοιες, ιδέες κ.λπ. σε συγκεκριμένες διαδικασίες ή μεθόδους)
- 03 ρίχνω μέσα σε κάτι (π.χ. σε μια τσάντα)
- 04 παρασύρω, δελεάζω, πλανώ, εξαπατώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 落とし込む
- Παρόν (ευγενικό)
- 落とし込みます
- Άρνηση (απλή)
- 落とし込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 落とし込みません
- Παρελθόν (απλό)
- 落とし込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 落とし込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 落とし込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 落とし込みませんでした
- Τε-μορφή
- 落とし込んで
- Δυνητική
- 落とし込める
- Προστακτική
- 落とし込め
- Βουλητική
- 落とし込もう
- Υποθετική (ば)
- 落とし込めば
- Υποθετική (たら)
- 落とし込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 落とし込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 落とし込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 落とし込みなさい
- Παθητική
- 落とし込まれる
- Αιτιατική
- 落とし込ませる