落手
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίσημο παραλαβή (π.χ. επιστολής), έλευση στα χέρια, επιβεβαίωση παραλαβής
- 02 κακή κίνηση, λανθασμένη κίνηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 落手する
- Παρόν (ευγενικό)
- 落手します
- Άρνηση (απλή)
- 落手しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 落手しません
- Παρελθόν (απλό)
- 落手した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 落手しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 落手しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 落手しませんでした
- Τε-μορφή
- 落手して
- Δυνητική
- 落手できる
- Προστακτική
- 落手しろ
- Βουλητική
- 落手しよう
- Υποθετική (ば)
- 落手すれば
- Υποθετική (たら)
- 落手したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 落手したい
- Απαγορευτική (~な)
- 落手するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 落手しなさい
- Παθητική
- 落手される
- Αιτιατική
- 落手させる