らっきゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτυχία πιασίματος μπάλας, πτώση μπάλας, χαμένο πιάσιμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
落球する
Παρόν (ευγενικό)
落球します
Άρνηση (απλή)
落球しない
Άρνηση (ευγενική)
落球しません
Παρελθόν (απλό)
落球した
Παρελθόν (ευγενικό)
落球しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
落球しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
落球しませんでした
Τε-μορφή
落球して
Δυνητική
落球できる
Προστακτική
落球しろ
Βουλητική
落球しよう
Υποθετική (ば)
落球すれば