らくだい

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτυχία σε εξετάσεις, μη προαγωγή στην επόμενη τάξη
  2. 02 μη επίτευξη του απαιτούμενου επιπέδου, μη ικανοποιητική απόδοση

Κλίση

Παρόν (απλό)
落第する
Παρόν (ευγενικό)
落第します
Άρνηση (απλή)
落第しない
Άρνηση (ευγενική)
落第しません
Παρελθόν (απλό)
落第した
Παρελθόν (ευγενικό)
落第しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
落第しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
落第しませんでした
Τε-μορφή
落第して
Δυνητική
落第できる
Προστακτική
落第しろ
Βουλητική
落第しよう
Υποθετική (ば)
落第すれば