らくしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πτώση από ποδήλατο, μοτοσικλέτα κ.λπ. κατά την οδήγηση (ιδίως σε αγώνες)

Κλίση

Παρόν (απλό)
落車する
Παρόν (ευγενικό)
落車します
Άρνηση (απλή)
落車しない
Άρνηση (ευγενική)
落車しません
Παρελθόν (απλό)
落車した
Παρελθόν (ευγενικό)
落車しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
落車しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
落車しませんでした
Τε-μορφή
落車して
Δυνητική
落車できる
Προστακτική
落車しろ
Βουλητική
落車しよう
Υποθετική (ば)
落車すれば