らくせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτυχία εκλογής, εκλογική ήττα, χάσιμο εκλογών
  2. 02 απόρριψη (από βραβείο, έκθεση κ.λπ.), μη έγκριση, αποτυχία βράβευσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
落選する
Παρόν (ευγενικό)
落選します
Άρνηση (απλή)
落選しない
Άρνηση (ευγενική)
落選しません
Παρελθόν (απλό)
落選した
Παρελθόν (ευγενικό)
落選しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
落選しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
落選しませんでした
Τε-μορφή
落選して
Δυνητική
落選できる
Προστακτική
落選しろ
Βουλητική
落選しよう
Υποθετική (ば)
落選すれば