ちょぞう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο απότομη αύξηση, σημαντική άνοδος, εμφανής ανάπτυξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
著増する
Παρόν (ευγενικό)
著増します
Άρνηση (απλή)
著増しない
Άρνηση (ευγενική)
著増しません
Παρελθόν (απλό)
著増した
Παρελθόν (ευγενικό)
著増しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
著増しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
著増しませんでした
Τε-μορφή
著増して
Δυνητική
著増できる
Προστακτική
著増しろ
Βουλητική
著増しよう
Υποθετική (ば)
著増すれば