葬ほうむる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θάβω, ενταφιάζω, ενταφιάζω σε τάφο
  2. 02 αποσιωπώ, κουκουλώνω, βάζω στο αρχείο

Παραδείγματα

  • 人ひとを葬ほうむる。

    Θάβω έναν άνθρωπο.

  • 彼女かのじょは秘密ひみつを葬ほうむった。

    Εκείνη συγκάλυψε το μυστικό.

  • 昔むかしの過あやまちを心こころの奥底おくそこに葬ほうむり、新あたらしい人生じんせいを始はじめたいと思おもった。

    Ήθελε να θάψει βαθιά μέσα της τα λάθη του παρελθόντος και να ξεκινήσει μια νέα ζωή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
葬る
Παρόν (ευγενικό)
葬ります
Άρνηση (απλή)
葬らない
Άρνηση (ευγενική)
葬りません
Παρελθόν (απλό)
葬った
Παρελθόν (ευγενικό)
葬りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
葬らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
葬りませんでした
Τε-μορφή
葬って
Δυνητική
葬れる
Προστακτική
葬れ
Βουλητική
葬ろう
Υποθετική (ば)
葬れば