える

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικαθιστώ τη στέγη, αντικαθιστώ το άχυρο της στέγης, αντικαθιστώ τα κεραμίδια της στέγης

Κλίση

Παρόν (απλό)
葺き替える
Παρόν (ευγενικό)
葺き替えます
Άρνηση (απλή)
葺き替えない
Άρνηση (ευγενική)
葺き替えません
Παρελθόν (απλό)
葺き替えた
Παρελθόν (ευγενικό)
葺き替えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
葺き替えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
葺き替えませんでした
Τε-μορφή
葺き替えて
Δυνητική
葺き替えられる
Προστακτική
葺き替えろ
Βουλητική
葺き替えよう
Υποθετική (ば)
葺き替えれば