ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στεγάζω (με κάποιο υλικό), καλύπτω με άχυρο, επιστρώνω με σχιστόλιθο, καλύπτω με κεραμίδια

Κλίση

Παρόν (απλό)
葺く
Παρόν (ευγενικό)
葺きます
Άρνηση (απλή)
葺かない
Άρνηση (ευγενική)
葺きません
Παρελθόν (απλό)
葺いた
Παρελθόν (ευγενικό)
葺きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
葺かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
葺きませんでした
Τε-μορφή
葺いて
Δυνητική
葺ける
Προστακτική
葺け
Βουλητική
葺こう
Υποθετική (ば)
葺けば