ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σπέρνω, φυτεύω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σπέρνω (π.χ. τη διχόνοια)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα πασπαλίζω (σκόνη χρυσού ή ασημιού σε αντικείμενα λάκας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
蒔く
Παρόν (ευγενικό)
蒔きます
Άρνηση (απλή)
蒔かない
Άρνηση (ευγενική)
蒔きません
Παρελθόν (απλό)
蒔いた
Παρελθόν (ευγενικό)
蒔きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蒔かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蒔きませんでした
Τε-μορφή
蒔いて
Δυνητική
蒔ける
Προστακτική
蒔け
Βουλητική
蒔こう
Υποθετική (ば)
蒔けば