もうひら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαφωτίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
蒙を啓く
Παρόν (ευγενικό)
蒙を啓きます
Άρνηση (απλή)
蒙を啓かない
Άρνηση (ευγενική)
蒙を啓きません
Παρελθόν (απλό)
蒙を啓いた
Παρελθόν (ευγενικό)
蒙を啓きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蒙を啓かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蒙を啓きませんでした
Τε-μορφή
蒙を啓いて
Δυνητική
蒙を啓ける
Προστακτική
蒙を啓け
Βουλητική
蒙を啓こう
Υποθετική (ば)
蒙を啓けば