蒸し蒸し
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία αποπνικτικά ζεστός, υγρός, βαρύς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 蒸し蒸しする
- Παρόν (ευγενικό)
- 蒸し蒸しします
- Άρνηση (απλή)
- 蒸し蒸ししない
- Άρνηση (ευγενική)
- 蒸し蒸ししません
- Παρελθόν (απλό)
- 蒸し蒸しした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 蒸し蒸ししました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 蒸し蒸ししなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 蒸し蒸ししませんでした
- Τε-μορφή
- 蒸し蒸しして
- Δυνητική
- 蒸し蒸しできる
- Προστακτική
- 蒸し蒸ししろ
- Βουλητική
- 蒸し蒸ししよう
- Υποθετική (ば)
- 蒸し蒸しすれば
- Υποθετική (たら)
- 蒸し蒸ししたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 蒸し蒸ししたい
- Απαγορευτική (~な)
- 蒸し蒸しするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 蒸し蒸ししなさい
- Παθητική
- 蒸し蒸しされる
- Αιτιατική
- 蒸し蒸しさせる