ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαγειρεύω στον ατμό (φαγητό, πετσέτα κ.λπ.)
  2. 02 είμαι ζεστός και υγρός, έχω αποπνικτική ζέστη

Κλίση

Παρόν (απλό)
蒸す
Παρόν (ευγενικό)
蒸します
Άρνηση (απλή)
蒸さない
Άρνηση (ευγενική)
蒸しません
Παρελθόν (απλό)
蒸した
Παρελθόν (ευγενικό)
蒸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蒸さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蒸しませんでした
Τε-μορφή
蒸して
Δυνητική
蒸せる
Προστακτική
蒸せ
Βουλητική
蒸そう
Υποθετική (ば)
蒸せば