れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ατμίζομαι (κατάλληλα, π.χ. ρύζι)
  2. 02 ασφυκτιώ, μυρίζω κλεισούρα, νιώθω πνιγηρά, ιδρώνω, κολλάω, μουχλιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
蒸れる
Παρόν (ευγενικό)
蒸れます
Άρνηση (απλή)
蒸れない
Άρνηση (ευγενική)
蒸れません
Παρελθόν (απλό)
蒸れた
Παρελθόν (ευγενικό)
蒸れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蒸れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蒸れませんでした
Τε-μορφή
蒸れて
Δυνητική
蒸れられる
Προστακτική
蒸れろ
Βουλητική
蒸れよう
Υποθετική (ば)
蒸れれば