蓄える
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποθηκεύω, συγκεντρώνω, προμηθεύομαι, στοκάρω, παραμερίζω
- 02 συσσωρεύω (π.χ. γνώσεις), αναπτύσσω (π.χ. εμπειρία), καλλιεργώ (π.χ. δεξιότητες)
- 03 αφήνω να μεγαλώσει (π.χ. γένια, μουστάκι), φέρω
Παραδείγματα
-
冬のために食料を蓄える。
Αποθηκεύω τρόφιμα για τον χειμώνα.
-
将来のために知識を蓄えることは大切だ。
Είναι σημαντικό να συσσωρεύουμε γνώσεις για το μέλλον.
-
彼は長年かけて様々な経験を蓄え、今では何事にも動じない人物となった。
Με τα χρόνια, απέκτησε ποικίλες εμπειρίες και τώρα είναι ένα άτομο που δεν πτοείται από τίποτα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 蓄える
- Παρόν (ευγενικό)
- 蓄えます
- Άρνηση (απλή)
- 蓄えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 蓄えません
- Παρελθόν (απλό)
- 蓄えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 蓄えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 蓄えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 蓄えませんでした
- Τε-μορφή
- 蓄えて
- Δυνητική
- 蓄えられる
- Προστακτική
- 蓄えろ
- Βουλητική
- 蓄えよう
- Υποθετική (ば)
- 蓄えれば
- Υποθετική (たら)
- 蓄えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 蓄えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 蓄えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 蓄えなさい
- Παθητική
- 蓄えられる
- Αιτιατική
- 蓄えさせる