ちくしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διατήρηση ερωμένης (παλλακίδας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
蓄妾する
Παρόν (ευγενικό)
蓄妾します
Άρνηση (απλή)
蓄妾しない
Άρνηση (ευγενική)
蓄妾しません
Παρελθόν (απλό)
蓄妾した
Παρελθόν (ευγενικό)
蓄妾しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蓄妾しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蓄妾しませんでした
Τε-μορφή
蓄妾して
Δυνητική
蓄妾できる
Προστακτική
蓄妾しろ
Βουλητική
蓄妾しよう
Υποθετική (ば)
蓄妾すれば