ふたをする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλύπτω (τρύπα, κατσαρόλα), βάζω καπάκι (κάλυμμα, πώμα)
  2. 02 ιδιωματισμός αποκρύπτω μια άβολη αλήθεια, προσποιούμαι ότι δεν βλέπω κάτι ενοχλητικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
蓋をする
Παρόν (ευγενικό)
蓋をします
Άρνηση (απλή)
蓋をしない
Άρνηση (ευγενική)
蓋をしません
Παρελθόν (απλό)
蓋をした
Παρελθόν (ευγενικό)
蓋をしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蓋をしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蓋をしませんでした
Τε-μορφή
蓋をして
Δυνητική
蓋をできる
Προστακτική
蓋をしろ
Βουλητική
蓋をしよう
Υποθετική (ば)
蓋をすれば