蓮根掘る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αρχαϊκό ξεθάβω ρίζες λωτού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 蓮根掘る
- Παρόν (ευγενικό)
- 蓮根掘ります
- Άρνηση (απλή)
- 蓮根掘らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 蓮根掘りません
- Παρελθόν (απλό)
- 蓮根掘った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 蓮根掘りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 蓮根掘らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 蓮根掘りませんでした
- Τε-μορφή
- 蓮根掘って
- Δυνητική
- 蓮根掘れる
- Προστακτική
- 蓮根掘れ
- Βουλητική
- 蓮根掘ろう
- Υποθετική (ば)
- 蓮根掘れば
- Υποθετική (たら)
- 蓮根掘ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 蓮根掘りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 蓮根掘るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 蓮根掘りなさい
- Παθητική
- 蓮根掘られる
- Αιτιατική
- 蓮根掘らせる