はす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό ξεθάβω ρίζες λωτού

Κλίση

Παρόν (απλό)
蓮根掘る
Παρόν (ευγενικό)
蓮根掘ります
Άρνηση (απλή)
蓮根掘らない
Άρνηση (ευγενική)
蓮根掘りません
Παρελθόν (απλό)
蓮根掘った
Παρελθόν (ευγενικό)
蓮根掘りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蓮根掘らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蓮根掘りませんでした
Τε-μορφή
蓮根掘って
Δυνητική
蓮根掘れる
Προστακτική
蓮根掘れ
Βουλητική
蓮根掘ろう
Υποθετική (ば)
蓮根掘れば