蔑ろにする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υποτιμώ, αγνοώ, παραμελώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 蔑ろにする
- Παρόν (ευγενικό)
- 蔑ろにします
- Άρνηση (απλή)
- 蔑ろにしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 蔑ろにしません
- Παρελθόν (απλό)
- 蔑ろにした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 蔑ろにしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 蔑ろにしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 蔑ろにしませんでした
- Τε-μορφή
- 蔑ろにして
- Δυνητική
- 蔑ろにできる
- Προστακτική
- 蔑ろにしろ
- Βουλητική
- 蔑ろにしよう
- Υποθετική (ば)
- 蔑ろにすれば
- Υποθετική (たら)
- 蔑ろにしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 蔑ろにしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 蔑ろにするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 蔑ろにしなさい
- Παθητική
- 蔑ろにされる
- Αιτιατική
- 蔑ろにさせる