蔓延はびこ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κατακλύζομαι από βλάστηση, πυκνώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαπλώνομαι, οργιάζω, ευδοκιμώ, κυριαρχώ, αποκτώ δύναμη

Κλίση

Παρόν (απλό)
蔓延る
Παρόν (ευγενικό)
蔓延ります
Άρνηση (απλή)
蔓延らない
Άρνηση (ευγενική)
蔓延りません
Παρελθόν (απλό)
蔓延った
Παρελθόν (ευγενικό)
蔓延りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蔓延らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蔓延りませんでした
Τε-μορφή
蔓延って
Δυνητική
蔓延れる
Προστακτική
蔓延れ
Βουλητική
蔓延ろう
Υποθετική (ば)
蔓延れば