まんえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξάπλωση (π.χ. μιας ασθένειας), ανεξέλεγκτη διασπορά, προσβολή, πολλαπλασιασμός, ευρεία διασπορά

Κλίση

Παρόν (απλό)
蔓延する
Παρόν (ευγενικό)
蔓延します
Άρνηση (απλή)
蔓延しない
Άρνηση (ευγενική)
蔓延しません
Παρελθόν (απλό)
蔓延した
Παρελθόν (ευγενικό)
蔓延しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蔓延しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蔓延しませんでした
Τε-μορφή
蔓延して
Δυνητική
蔓延できる
Προστακτική
蔓延しろ
Βουλητική
蔓延しよう
Υποθετική (ば)
蔓延すれば