薄い
επίθετο | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 λεπτός (για αντικείμενο)
- 02 χλωμός, ανοιχτόχρωμος, αχνός
- 03 νερουλός, αραιός, διαλυμένος
- 04 αδύναμος (γεύση κ.λπ.), λίγος (στοργή κ.λπ.), μικρή (παρουσία)
- 05 μικρός, ελάχιστος (πιθανότητα κ.λπ.)
- 06 αραιός, σποραδικός, διάσπαρτος
Παραδείγματα
-
この本は薄いです。
Αυτό το βιβλίο είναι λεπτό.
-
味が薄いので、もう少し醤油を足してください。
Είναι λίγο άνοστο, βάλε κι άλλο σόγια.
-
成功する可能性は非常に薄いが、諦めずに努力するべきだ。
Αν και οι πιθανότητες επιτυχίας είναι πολύ μικρές, δεν πρέπει να τα παρατήσουμε και να συνεχίσουμε να προσπαθούμε.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 薄い
- Παρόν (ευγενικό)
- 薄いです
- Άρνηση (απλή)
- 薄くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 薄くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 薄かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 薄かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 薄くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 薄くなかったです
- Τε-μορφή
- 薄くて
- Υποθετική (ば)
- 薄ければ
- Υποθετική (たら)
- 薄かったら