うすぼんやり

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμυδρά, αχνά, θαμπά
  2. 02 ανόητος, χαζός, βλάκας

Κλίση

Παρόν (απλό)
薄ぼんやりする
Παρόν (ευγενικό)
薄ぼんやりします
Άρνηση (απλή)
薄ぼんやりしない
Άρνηση (ευγενική)
薄ぼんやりしません
Παρελθόν (απλό)
薄ぼんやりした
Παρελθόν (ευγενικό)
薄ぼんやりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
薄ぼんやりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
薄ぼんやりしませんでした
Τε-μορφή
薄ぼんやりして
Δυνητική
薄ぼんやりできる
Προστακτική
薄ぼんやりしろ
Βουλητική
薄ぼんやりしよう
Υποθετική (ば)
薄ぼんやりすれば