うすめる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αραιώνω, προσθέτω νερό, λεπτύνω, ανοίγω (π.χ. ένα χρώμα), εξασθενίζω (π.χ. γεύση, ένταση κ.λπ.)
  2. 02 μετριάζω (π.χ. μια δήλωση, εντύπωση κ.λπ.), αποδυναμώνω (π.χ. ένα αποτέλεσμα), χαμηλώνω τους τόνους, κατευνάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
薄める
Παρόν (ευγενικό)
薄めます
Άρνηση (απλή)
薄めない
Άρνηση (ευγενική)
薄めません
Παρελθόν (απλό)
薄めた
Παρελθόν (ευγενικό)
薄めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
薄めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
薄めませんでした
Τε-μορφή
薄めて
Δυνητική
薄められる
Προστακτική
薄めろ
Βουλητική
薄めよう
Υποθετική (ば)
薄めれば