うすしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελαφρύ μακιγιάζ
  2. 02 ελαφριά στρώση χιονιού, πασπάλισμα χιονιού

Κλίση

Παρόν (απλό)
薄化粧する
Παρόν (ευγενικό)
薄化粧します
Άρνηση (απλή)
薄化粧しない
Άρνηση (ευγενική)
薄化粧しません
Παρελθόν (απλό)
薄化粧した
Παρελθόν (ευγενικό)
薄化粧しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
薄化粧しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
薄化粧しませんでした
Τε-μορφή
薄化粧して
Δυνητική
薄化粧できる
Προστακτική
薄化粧しろ
Βουλητική
薄化粧しよう
Υποθετική (ば)
薄化粧すれば