うすさむ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελαφρώς κρύος, λιγάκι ψυχρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
薄寒い
Παρόν (ευγενικό)
薄寒いです
Άρνηση (απλή)
薄寒くない
Άρνηση (ευγενική)
薄寒くないです
Παρελθόν (απλό)
薄寒かった
Παρελθόν (ευγενικό)
薄寒かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
薄寒くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
薄寒くなかったです
Τε-μορφή
薄寒くて
Υποθετική (ば)
薄寒ければ