こうずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποδημώ εις Κύριον, πεθαίνω (για ευγενή κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
薨ずる
Παρόν (ευγενικό)
薨ずます
Άρνηση (απλή)
薨ずない
Άρνηση (ευγενική)
薨ずません
Παρελθόν (απλό)
薨ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
薨ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
薨ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
薨ずませんでした
Τε-μορφή
薨ずて
Δυνητική
薨ずられる
Προστακτική
薨ずろ
Βουλητική
薨ずよう
Υποθετική (ば)
薨ずれば