くんいく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηθική επιρροή, ηθική αγωγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
薫育する
Παρόν (ευγενικό)
薫育します
Άρνηση (απλή)
薫育しない
Άρνηση (ευγενική)
薫育しません
Παρελθόν (απλό)
薫育した
Παρελθόν (ευγενικό)
薫育しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
薫育しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
薫育しませんでした
Τε-μορφή
薫育して
Δυνητική
薫育できる
Προστακτική
薫育しろ
Βουλητική
薫育しよう
Υποθετική (ば)
薫育すれば