薬が効く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ενεργεί το φάρμακο, έχει αποτέλεσμα το φάρμακο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 薬が効く
- Παρόν (ευγενικό)
- 薬が効きます
- Άρνηση (απλή)
- 薬が効かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 薬が効きません
- Παρελθόν (απλό)
- 薬が効いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 薬が効きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 薬が効かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 薬が効きませんでした
- Τε-μορφή
- 薬が効いて
- Δυνητική
- 薬が効ける
- Προστακτική
- 薬が効け
- Βουλητική
- 薬が効こう
- Υποθετική (ば)
- 薬が効けば
- Υποθετική (たら)
- 薬が効いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 薬が効きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 薬が効くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 薬が効きなさい
- Παθητική
- 薬が効かれる
- Αιτιατική
- 薬が効かせる