薬になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ωφελώ (κάποιον), κάνω καλό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 薬になる
- Παρόν (ευγενικό)
- 薬になります
- Άρνηση (απλή)
- 薬にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 薬になりません
- Παρελθόν (απλό)
- 薬になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 薬になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 薬にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 薬になりませんでした
- Τε-μορφή
- 薬になって
- Δυνητική
- 薬になれる
- Προστακτική
- 薬になれ
- Βουλητική
- 薬になろう
- Υποθετική (ば)
- 薬になれば
- Υποθετική (たら)
- 薬になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 薬になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 薬になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 薬になりなさい
- Παθητική
- 薬になられる
- Αιτιατική
- 薬にならせる