薬やっ局きょく

ουσιαστικό | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φαρμακείο
  2. 02 φαρμακείο νοσοκομείου, ιατρείο

Παραδείγματα

  • 薬局やっきょくに行いきます。

    Πάω στο φαρμακείο.

  • 駅えきの近ちかくに薬局やっきょくがあります。

    Κοντά στον σταθμό υπάρχει ένα φαρμακείο.

  • 医者いしゃに診みてもらった後あと、処方箋しょほうせんを持もって薬局やっきょくへ行いきました。

    Αφού με εξέτασε ο γιατρός, πήγα στο φαρμακείο με τη συνταγή.