やぶをつついてへび

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ μπελάδες στον εαυτό μου, ξυπνάω τον διάολο (στην κυριολεξία: ξεσηκώνω το φίδι σκουντώντας τον θάμνο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
藪をつついて蛇を出す
Παρόν (ευγενικό)
藪をつついて蛇を出します
Άρνηση (απλή)
藪をつついて蛇を出さない
Άρνηση (ευγενική)
藪をつついて蛇を出しません
Παρελθόν (απλό)
藪をつついて蛇を出した
Παρελθόν (ευγενικό)
藪をつついて蛇を出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
藪をつついて蛇を出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
藪をつついて蛇を出しませんでした
Τε-μορφή
藪をつついて蛇を出して
Δυνητική
藪をつついて蛇を出せる
Προστακτική
藪をつついて蛇を出せ
Βουλητική
藪をつついて蛇を出そう
Υποθετική (ば)
藪をつついて蛇を出せば