蘇よみがえる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανασταίνομαι, αναζωογονούμαι, αναβιώνω, ξαναζωντανεύω, επανέρχομαι, αποκαθίσταμαι
  2. 02 ανακαλούμαι (π.χ. αναμνήσεις), επανέρχομαι

Παραδείγματα

  • 古ふるい記憶きおくが蘇よみがえる。

    Παλιές αναμνήσεις ξαναζωντανεύουν.

  • 失うしなわれた文化ぶんかが現代げんだいに蘇よみがえる。

    Η χαμένη κουλτούρα αναβιώνει στη σύγχρονη εποχή.

  • 長年ながねん閉とざされていた彼かれの心こころが、彼女かのじょの優やさしさによって、まるで生前せいぜんの輝かがやきを取とり戻もどしたかのように蘇よみがえっていった。

    Η καρδιά του, που για πολλά χρόνια ήταν κλειστή, άρχισε να αναζωογονείται χάρη στην καλοσύνη της, σαν να ξαναβρήκε την παλιά της λάμψη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
蘇る
Παρόν (ευγενικό)
蘇ります
Άρνηση (απλή)
蘇らない
Άρνηση (ευγενική)
蘇りません
Παρελθόν (απλό)
蘇った
Παρελθόν (ευγενικό)
蘇りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蘇らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蘇りませんでした
Τε-μορφή
蘇って
Δυνητική
蘇れる
Προστακτική
蘇れ
Βουλητική
蘇ろう
Υποθετική (ば)
蘇れば